2.1.11
Η παραμάνα ως ...τραπεζικό είδος
και... ό,τι επιθυμείτε να ...πάθετε, όπως αστειευόμαστε παλιότερα.
Η σημερινή μου ιστορία ίσως φέρει μελαγχολικές σκέψεις, που ίσως δεν αρμόζουν χρονιάρες μέρες. Από την άλλη μεριά όμως η {δήθεν... εντάξει...} «αλλαγή» χρόνου, μιά από τις πολλές συμβάσεις μας, είναι συνήθως και αφορμή για περισυλλογή.
Το 1976 μιά γνωστή μου κυρία συνόδευσε, ως αγγλομαθής, τον πεθερό της στη Νέα Υόρκη για μιά δύσκολη νοσοκομειακή επέμβαση.
Όπως θα ξέρετε οι περισσότεροι, η εξαγωγή χρημάτων τότε ήταν εξαιρετικά δύσκολη και περιωρισμένη σε ποσόν. Τα λεφτά που τούς επιτράπηκε να πάρουν μαζί τους έφταναν δεν έφταναν για τα έξοδα του Νοσοκομείου και χρειαζόταν και μιά καλή "τσόντα" για τα υπόλοιπα που χρειάζονταν για να συντηρηθούν δυό-τρείς εβδομάδες.
Η «δουλειά» γίνονταν είτε μέσω ομογενών που είχαν συγγενείς εδώ {τά έδιναν εκεί και τα έπαιρναν οι συγγενείς} είτε μέσω πρακτορείων ταξειδίων με κάποια σοβαρή προμήθεια όμως.
Στην περίπτωση χρησιμοποιήθηκε η πρώτη μέθοδος και η κυρία είχε να εισπράξει ένα τραπεζικό έμβασμα από 3.000 δολλάρια.
Πάει λοιπόν στην Τράπεζα που τής είχε πει ο ομογενής με το διαβατήριό της και έκανε την σχετική διαδικασία είσπραξης.
Όταν τέλειωσε τήν φώναξε ο διευθυντής. Μετά τους τυπικούς χαιρετισμούς ανοίγει το συρτάρι του και της δίνει μια νάϋλον σακκουλίτσα και μιά ...παραμάνα!
Φρόντισε δέ αμέσως να ικανοποιήσει την έκπληξή της για την ...προσφορά:
Τής εξήγησε ότι πρέπει να πάει στην τουαλέττα της Τράπεζας και, εκτός από 100 δολλάρια, που θα έβαζε στην τσάντα της, τα υπόλοιπα έπρεπε να τά βάλει στην σακκουλίτσα και να τά κρεμάσει από μέσα από την κυλόττα της!!!
Δεν κυκλοφορούμε εδώ με τόσα χρήματα, τής εξήγησε. Γίνονται πολλά "hold-up", ληστείες, στο δρόμο. Καλό είναι να έχετε στην τσάντα σας λίγα χρήματα, ώστε να μην θυμώσουν και σάς κάνουν καμμιά ζημιά, αλλά όχι όλο το ποσόν...
Θυμήθηκα την ιστορία ακούγοντας ότι εκτός από τράπεζες, ταμιευτήρια, προπατζήδικα, περίπτερα, ταξιτζήδες, φαρμακεία..., συνήθη θύματα ληστειών, έγινε τις προάλλες και ληστεία φροντιστηρίου...
Τότε είχαμε γελάσει πολύ στην παρέα ακούγοντας την ιστορία για την παραμάνα. Τώρα...
Κατά πώς φαίνεται, θα χρειαστεί, να «ανακαλύψουμε» κι εμείς το τραπεζικό είδος... παραμάνα.
9.12.10
Πατάτες με ξυραφάκια...
Σ' εκείνες που η ΕΔΑ είχε αναδειχτεί «αξιωματική» αντιπολίτευση, υπερσκελίζοντες -λίγο αλλά επαρκώς- το κόμμα των Σοφοκλή Βενιζέλου-Γεωργίου Παπανδρέου. Δεν θυμάμαι τον τότε τίτλο του.
Είχε αναδειχτεί «αξιωματική» αντιπολίτευση και, με βάση τον καλπονοθευτικό νόμο του Καραμανλή {συμφωνημένο και με τους ως άνω "κεντρώους"} που ευνοούσε πολύ το πρώτο κόμμα αλλά και δευτερευόντως και το δεύτερο εις βάρος βέβαια των υπολοίπων, είχε πάρει η ΕΔΑ κάπου 80 βουλευτές!!!
Πρωτοετής φοιτητής τότε, είχαμε βάλει "αμέτι-μουαμέτι" στόχο με έναν φίλο μου να παρακολουθήσουμε όλες τις προεκλογικές συγκεντρώσεις.
Δεν υπήρχε τηλεόραση, μόνο ραδιόφωνο {κρατικό και εντελώς μεροληπτικό τότε} και εφημερίδες. Αλλά πού λεφτά έστω για τέτοια. Μεγάλη "πολυτέλεια" ο -επαρχιώτης- φοιτητής να έχει ραδιόφωνο. Κι οι εφημερίδες πανάκριβες για το πενιχρότατο φοιτητικό βαλάντιο.
Ενώ το ...σουλάτσο δεν κόστιζε τίποτα...
Εκλογές 1958.
Εγκαίνια του εκλογικού κέντρου της ΕΔΑ, βράδυ στην οδό Σταδίου, στο θέατρο "ΚΑΒΑ" {στη στοά απέναντι από τον "ΓΟΥΤΑΚΗ"}.
Ο δρόμος είχε κλείσει από το πυκνό πλήθος από τα Χαυτεία ώς την Αρσάκη περίπου. Και είχαν φτιάξει τρεις "κενούς" κύκλους, όπου χόρευαν δημοτικούς χορούς υπό τον ήχο των μεγαφώνων του εκλογικού κέντρου.
Εμείς σταθήκαμε λίγο πιο πάνω, στην γωνία Σταδίου-Γεωργίου Σταύρου, έξω από το βιβλιοπωλείο "ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ" θυμάμαι. Καμμιά δεκαριά μέτρα μακρυά από τους συγκεντρωμένους {που μάς είχαν γυρισμένες τις πλάτες αφού ήταν στραμμένοι προς το εκλογικό κέντρο που ήταν παρακάτω} και χαζεύαμε περιμένοντας τις ομιλίες.
Ευθεία με μάς μέχρι απέναντι στον "ΒΑΡΔΑ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟ" είχαν παραταχθεί καμμιά τριανταριά αστυνομικοί. Απλά με τη στολή τους. Δεν είχαν εφοδιαστεί τότε με κράνη, ασπίδες, μπότες, μπουφάν και τον συναφή εξοπλισμό "αστακού" που έχουν τώρα...
Ο επικεφαλής αξιωματικός όμως ήταν εφοδιασμένος με "ουώκι-τώκι"! Είχε πομπωδώς προβληθεί στις εφημερίδες ότι η κυβέρνηση της ΕΡΕ, στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της Αστυνομίας, τήν είχε εφοδιάσει με "ουώκι-τώκι". Μεγάλη «πρόοδος» τότε!
Αυτός ο επικεφαλής αξιωματικός με το "ουώκι-τώκι" στέκονταν δίπλα μας.
«Χτυπάει» το "ουώκι-τώκι" και ακούσαμε την εξής συνομιλία του, προφανώς με τον ανώτερό του:
- Τί κάνουν;
- Έκλεισαν τον δρόμο και χορεύουν. Δεν άρχισαν ακόμα οι ομιλίες.
- Διαλύστε τους!
Κλείνει το "ουώκι-τώκι" και ...σεμνά και ταπεινά "σφυρίζει" την διαταγή στους αστυνόμους.
Αυτοί κατεβάζουν το λουράκι από το πηλίκιό τους κάτω από το σαγόνι {συνήθης πρακτική για να μην τούς πέσει - ήταν ακριβά τα πηλίκια!}, αφαιρούν τα διακριτικά από τις επωμίδες, βγάζουν τα κλόμπς και ορμάνε στο πλήθος!
Που είχε γυρισμένες τις πλάτες, όπως ανάφερα και πιό πάνω.
Εμείς τό σκάσαμε προς την αντίθετη μεριά, προς τον ανήφορο της Σταδίου.
Τίτλος που έβαλε εφημερίδα την άλλη μέρα {η "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ"... και άλλες όμως με παραπλήσιο τρόπο παρουσίασαν τα γεγονότα...}:
Επεισόδια στην Σταδίου.
Οι κομμουνισταί επετέθησαν εναντίον της Αστυνομίας με πατάτες στις οποίες είχαν εμπήξει ξυραφάκια!
8.11.10
Ο κύρ-Τάκῐς και τα τσιγάρα
Άλλωστε κι οι δρόμοι τότε ήταν οι περισσότεροι χωματόδρομοι κι οι ταχύτητες μικρές, οπότε το να βάζεις κάθε τόσο καινούρια λάστιχα στο αυτοκίνητο ήταν άστοχη δαπάνη. Τά πηγαίναμε μέχρι να μήν έχουν καθόλου "τακούνι"... Μην σού πω και μέχρι να αρχίσουν να φαίνονται τα "λινά".
Τά 'φερνε καλά βόλτα ο κύρ-Τάκῐς, ο βουλκανιζατέρας... Όταν δεν ήταν πολύ μεθυσμένος τουλάχιστον... Γιατί τό 'χε αυτό το χούϊ... Απ' το πρωί κιόλας... Ξεκινούσε τη δουλειά με τσίπουρο. Αντί για καφέ, λέγεται...
Ήταν και μεγάλος πλακατζής, θυμόσοφος και καυστικός.
Και κάποιοι για να τόν ...εκδικηθούν τού είχαν κολλήσει τούτο:
Ο κύρ-Τάκῐς, λέει, ένα πράμμα ήθελε πιο πολύ στη ζωή του: Να μείνει μιά φορά ξεμέθυστος, για να κάνει μιά ...μεγάλη σούρα, να τήν ευχαριστηθεί!!!
Κάποτε είχε πέντε δραχμές, που τού 'χαν περισσέψει απ' τα πιοτά. Μπαίνει σ' ένα ταξί.
-Πού πάμε, κυρ-Τάκῐ, τόν ρωτάει ο ταξιτζής (τόν ήξεραν όλοι με το μικρό...)
-Π'θενά... Θα μί πάς ένα τάλληρου βόλτα!
Ήταν ωραίος τύπος ο κύρ-Τάκῐς. Κυκλοφορούσαν πολλές "ανεκδοτικές" ιστορίες γι' αυτόν. Άλλες αληθινές κι άλλες φτιαχτές αλλά ταιριαστές στο χιούμορ, στις πλάκες του.
Να πώς διηγούνταν ένα περιστατικό από τον πόλεμο της Αλβανίας.
«Όπως καθόμασταν στο πυροβολείο, ακούμε ένα αεροπλάνο να έρχεται.
Ετοιμαζόμαστε, σκοπεύουμε και μπουμ! μια ομοβροντία.
Τίποτα!
Ξαναγεμίζουμε, σκοπεύουμε και μπουμ! άλλη ομοβροντία.
Τίποτα!
Ματαξαναγεμίζουμε, ματασκοπεύουμε και μπουμ! κι άλλη ομοβροντία.
Τίποτα! Δεν τό πετύχαμε!
Ευτυχώς... ήταν ελληνικό...»
Όποιες άλλες θυμηθώ θα σάς τίς προσθέσω εδώ.
Η παρακάτω είναι αληθινή (τήν διηγούνταν ο ίδιος ο "παθών") αλλά μού φάνηκε και πολύ ταιριαστή στην τωρινή μας πολιτικοοικονομική κατάσταση...
Μπαίνει σ' ενα ζαχαροπλαστείο ο κύρ-Τάκῐς. Μόλις τόν βλέπει κάποιος γνωστός του τόν προσκαλεί στο τραπέζι του.
- Κάτσε να πάρεις έναν καφέ.
- Ευχαριστώ (κάθεται).
- Γκαρσόν, καφέ στον κύρ-Τάκῐ! Τί χαμπάρια, αφεντικό;
- Χμ... Έχεις κάνα τσιγάρο;
- Βέβαια, πάρε. (τού προσφέρει το πακέττο - παίρνει ένα)
- Σ' περισσεύει κι ένα για τ' αυτί;
- Πάρε, πάρε. (παίρνει ακόμα ένα, τό βάζει στο αριστερό αυτί)
- Να πάρω κι άλλο ένα για τ' άλλο τ' αυτί;
- Πάρε, κύρ-Τάκῐ! Πάρε. (παίρνει ακόμα ένα, τό βάζει στο δεξιό αυτί)
- . . . . . . . . . (ανάβει τσιγάρο, έρχεται ο καφές, τον ρουφάει με δυό-τρείς ρουφηξιές)
- Σ' περισσεύει ακόμα ένα τσιγάρο για μετά;
- Πάρε, πάρε κύρ-Τάκῐ!. (παίρνει ακόμα ένα και μετά λέει φωναχτά)
- Τόσο μαλάκας πού 'σαι, δεν μού δίνεις όλο το πακέττο καλλίτερα;;;
Κόκκαλο ο γνωστός...
Όποια, όποιος παρομοιάσει πιο επιτυχημένα τον κύρ-Τάκῐ με πρόσωπα (φυσικά ή νομικά...) της σήμερον ημέρας εν Ελλάδι, θα βραβευτεί σε ειδική τελετή!
26.8.10
Γαϊδάρου Εγκώμιον
Για ιστορία ζώου φαίνεται εκ πρώτης όψεως η παρακάτω ιστορία...όχι ανθρώπων, όπως λέει ο τίτλος του μπλογκ μου.
Κι όμως...
Προσέξτε ιδιαίτερα το υστερόγραφο.
Γαϊδάρου Εγκώμιον
Ήμουνα 28 χρονών όταν έμαθα ότι ψόφησε ο «Αναγνώστης», ο γάϊδαρός μας, από ομαδικά τσιμπήματα μελισσών. Μελαγχόλησα για κάποιο διάστημα κι ας είχα καιρό να τόν δώ. Ήταν περίπου ο γάϊδαρος του Βάρναλη: Πρίν χρόνια, και επί χρόνια, κουβαλούσε, με την καθοδήγησή μου, ...άπειρες ποσότητες υλικών για το σπίτι και τα άλλα (στέρνα, μαντρότοιχους κλπ.) που έχτιζε ο πατέρας μου. Δεν έφταναν τότε αυτοκίνητα μέσα στο χωριό, ξεφόρτωναν στην άκρη του.
Και στο μύλο κάθε τόσο πήγαινε φορτωμένος καμμιά εκατοστή κιλά. 4 ώρες δρόμο το "πήγαινε", 5 ώρες η επιστροφή, ανηφόρα.
Και ξύλα κουβαλούσε για τη φωτιά, ούτε "γκαζιέρα" δεν είχαμε...
Και βέβαια νερό από τη βρύση του χωριού. Μιά τουλάχιστον φορά την ημέρα, δυό βαρέλες, 30 οκάδες κάθε μιά, κάπου 75 κιλά οι δυό + το σαμάρι...
Και το γάλα από τη στρούγγα, δίς της ημέρας. Πλήρης απασχόληση...
Έ! ρε «Αναγνώστη»...
«Έ! ρε θύμα, Έ! ρε ψώνιο, Έ! ρε σύμβολο αιώνιο...»
Ο «Αναγνώστης» ήταν ο μόνος φίλος μου, ως ζώο, γιατί τα σκυλιά μας ήταν τσομπανόσκυλα, όχι του οντά..., κι οι γάτες δεν τήν άραζαν στα "μπάσια" αλλά κυνηγούσαν ποντίκια έξω. Δεν πλησιάζονταν, ούτε τα μέν ούτε οι δέ.
Μαζί με τον «Αναγνώστη» κάναμε τις δουλειές τα καλοκαίρια, κάποιες φορές απ' το πρω'ί' κι ώς αργά το βράδυ, εγώ τόν φόρτωνα πέτρες, άμμο, ξύλα, ασβέστη, ήταν μικρόσωμος, "συμβατός" με τότε ύψος μου (τα τσιμέντα, που ήταν βαριά και γι' αυτόν και για μένα, τα κουβαλούσαμε με μουλάρια, που τα "χειρίζονταν" τα μεγαλύτερα αδέρφια μου), εγώ γέμιζα τις βαρέλες του. Τους βαριούς τενεκέδες με το γάλα τούς φόρτωνε ο τσοπάνος μας, ο Κωσταντούλας.
Περπατούσαμε μαζί, αυτός εμπρός εγώ πίσω του, τούς θυμόταν τους δρόμους, ήξερε πάντοτε πού πήγαινε, αλλά κάποτε, σε δύσκολες ανηφορικές στράτες, έμπαινα μπροστά και τού κρατούσα το "καπίστρι", βοηθιόταν. Φυσικά και τόν τάϊζα και τόν πότιζα στις ώρες του! Και δεν τόν καβαλούσα, παρά μόνον αν ήταν ξεκούραστος και δεν είχε "δρομολόγια" να κάνει. Ήμουν δεν ήμουν 30 οκάδες τότε. Μιά τσιληβήθρα. Ούτε που ένοιωθε φορτίο με εμένα καβάλλα, εμπρός στα άλλα που κουβαλούσε καθημερινά.
Στις διαδρομές μας πάντα είχα ένα "σσσκόπ", ένα ραβδί, για να μέ βοηθάει στο περπάτημα σε δύσκολες στράτες και για να φοβερίζω κάνα ξένο άγριο σκυλί, που παντυχαίναμε. Δεν τόν χτύπησα ποτέ για να τόν "συνετίσω". Συνεννοούμαστε άψογα με άλλους τρόπους.
Ακόμα και ...πολιτικά, μην γελάσετε!
Τύχῃ αγαθῄ -ή και βασκάνῳ...- (βρίσκεις ...υπογεγραμμένες, ακόμα και στα κομπιούτερ άμα ψάξεις...) είχα "πρόωρη ανάπτυξη" στα πολιτικά... Από τότε. 'Ισως λόγω πατρός αρχιαντάρτη/στη συνέχεια βουλευτή... Καταφύγιό μου τότε -και σ' αυτά, ούτε τώρα μην γελάσετε!- ο «Αναγνώστης». Τού ανέπτυσσα τις ιδέες μου και πάντα ...συμφωνούσε. Κανείς άλλος δεν θα μέ έπαιρνε στα σοβαρά εκείνη την εποχή...
Τώρα κάποιοι/-ες μέ καταλαβαίνουν, χωρίς να είναι γάϊδαροι/γαϊδάρες...
Τις Κυριακές γλεντούσε, ξεσαμάρωτος, που τού' ξυνα την πλάτη με το ξυστρί, τού 'βγαζα από τα τεράστια αυτιά του τα τσιμπούρια, τού 'πλενα τα "αχαμνά" του. Άσε το πετάλωμα... Μετά από δυό-τρείς φορές, που τό 'μαθα πώς γίνεται, κατάφερνα μόνος μου να τόν πεταλώνω, τόσο υπομονετικός ήταν.
Και ως αρσενικό, άψογος ο «Αναγνώστης»: Είχε ...γεμίσει το χωριό απογόνους. Δραστήριος και παραγωγικός (μέχρι τέλους, μού είπανε). Εγώ τόν πήγαινα και στα "ραντεβού" του τότε... Τά κατάφερνε πάντα πολύ καλά, ακόμα και με τις ...κόρες του.
Άσε με τις φοράδες... Που, φύσει, ήταν αρκετά ψηλότερές του... Ήταν φοβερός!!! Τις έπειθε να λυγίσουν τα πίσω πόδια. Είχε βγάλει τέσσερα μουλάρια στο χωριό, πρώτο πράμμα. Είχαν να λένε οι συγχωριανοί! Τόση ήταν η φήμη του, που ένας κουμπάρος μας, από χωριό έξη ώρες μακρυά, είχε φέρει τη φοράδα του για να τού "σπείρει" ένα καλό μουλάρι ο «Αναγνώστης».
Ήταν το τέλειο υποζύγιο, θά ' λεγε κάποιος.
Κάτι άλλο, κάπως αλλοιώς, θα έλεγα εγώ, ας μην τό παρατραβήξουμε όμως...
«Έ! ρε θύμα, Έ! ρε ψώνιο, Έ! ρε σύμβολο αιώνιο...»
Το πώς έγινε με το σμήνος τις μέλισσες, κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Ίσως κουνώντας την ουρά του (σκληρή σαν μαστίγιο όλη και στην άκρη μιά φούντα) για να διώξει τις μύγες, χτύπησε και μέλισσα από κοντινό μεταναστεύον σμήνος, η οποία έστειλε "μήνυμα" στις άλλες και τού έπεσαν επάνω, όλες μαζί, και τόν τελείωσαν...
Αν θυμηθούμε ότι η μέλισσα, όταν κεντρίσει, αφήνει μαζί με το κεντρί και το ...έντερό της και μετά από λίγο ψοφάει κι η ίδια, ίσως ο «Αναγνώστης» ήταν η αιτία να αποδεκατίστηκε το σμήνος.
«Νόμοι της Φύσης».
Υ.Γ.
Και μην ξανακούσω/διαβάσω κανένα να βρίζει τους γαϊδάρους αποκαλώντας με το όνομά τους κάποιον συνάνθρωπό μας που τόν ενόχλησε, γιατί θα τόν βρίσω κι εγώ άσχημα αποκαλώντας τον άνθρωπο...
5.7.10
Κομμουνιστικός δάκτυλος...
Απομεσήμερο. Κάθονταν στο τραπέζι, της κουζινο-τραπεζαρίας, το μοναδικό άλλωστε... αλλά ήταν και το πιό φωτεινό δωμάτιο, κι έγραφε τα μαθήματα της άλλης μέρας. Για να τό σκάσει μετά για παιχνίδι.
Η μητέρα του στο νεροχύτη, έπλενε τα πιάτα.
Η πόρτα του σπιτιού, όπως όλες σχεδόν τότε, ήταν ανοιχτή. Με την έννοια ότι υπήρχε ένα σχοινάκι που τό τραβούσες απ' έξω κι άνοιγε.
Υπήρχε κι ένα κουδούνι, μια "πεταλούδα" που τήν έστριβες κι έκανε ένα «ντρίιιιιν», όπως στα ποδήλατα, αλλά σπάνια χρησιμοποιούνταν. Δεν βόλευε γιατί δεν άνοιγε «εξ αποστάσεως» η πόρτα... Έπρεπε κάποιος να κατεβεί ώς την εξώπορτα για να ανοίξει.
Το ηλεκτρικό ρεύμα τότε μόνο για φωτισμό χρησιμοποιούνταν και για το ραδιόφωνο. Ακόμα και τα περισσότερα σίδερα σιδερώματος με κάρβουνα τά ζέσταιναν. Και τα ψυγεία ήταν με πάγο. «Παγωνιέρες» τά έλεγαν. Και λίγοι είχαν ηλεκτρικές κουζίνες. Οι άλλοι είτε με "μασίνες" (με ξύλα) είτε με "γκαζιέρες" (με πετρέλαιο) μαγείρευαν.
Ο χωροφύλακας τράβηξε το σχοινάκι και μπήκε. Προσπέρασε το άδειο "γραφείο", μπήκε στην κουζίνα.
- Καλ'σπέρα, κυρ-Αλιξάντρα! Ο κυρ-Αλέκους δεν είν' εδώ;
- 'Εξω. Δεν ξέρου, δεν ήρθι για φα'ί'.
- Τούν ήθελα για κάτι...
- Κάτσι. Δεν θ' αργήσ', π'στεύω. Να φτιάξου καφέ;
- Θα κάτσου. Τούν θέλου οπωσδήποτα. Κάνε έναν, αν δεν σ' κάνει κόπο. Γλυκύ βραστό.
- Τίποτα. Πώς πάει η υπηρεσία;
- Τα ίδια και τα ίδια... Περιπολία. Τέσσιρ'ς ώρες μέρα. Τέσσιρ'ς νύχτα. Τά ξέρ'ς.
..................
- Ου χουρουφύλακας όμως είνι χουρουφύλακας εικοσ'τέσσιρις ώρις του εικοσ'τιτράωρου...
..................
- Ιχτές του βράδ', ικεί στουν πλάτανου, ξέρ'ς τί πήγι να μ' κάν' ένας; Ου τσαγκάρ'ς; Ου κουμμουνιστής;
- Ο καφές σ'. Θέλ'ς κι ένα γλυκό;
- Όχι, ιφχαριστώ.
- Τίποτα.
- Όπους πέρναγα, κ'τάω... τί να ιδώ... Τα κλειδιά στ'ν πόρτα απ' του μαγαζί τ' !!!
..................
- Ά! τουν άτιμου, είπα, τ' άφσι ιπίτηδις... Να τούν κλέψ' κανένας... Να λέει μιτά ότι η Χουρουφυλακή δεν κάν' τ' δ'λιά τ'ς καλά!!!
- Μπουρεί να τά ξέχασι... Γέρους είνι...
- Ά! μπά! Τ'ς ξέρου ιγώ αφ'νούς... Κλείδουσα του μαγαζί τ', πήρα τα κλειδιά, κι πήγα σπίτι τ'. Τούν πήρα από κεί και κατευθείαν στου Τμήμα για ανάκρισ'. Όλη τ' νύχτα! Το παλιοκουμούν'...
- Δεν είχι ανακατευτεί...
- Ουόχι... Συνοδοιπόρους... Το ίδιου κάν'...
Συνέχισε το γράψιμο. Είχε σταματήσει για ν' ακούσει την κουβέντα. Τόν έξερε τον γέροντα, ήταν κοντά το μαγαζί, μιά τρύπα.
Μπαλώματα έβαζε σε παπούτσια με το "έμβολο"... Έφτιαχνε και κάνα τακούνι, καμμιά σόλα που τρύπαγε. Τόν έστελνε συχνά-πυκνά η μάνα του εκεί για τέτοια.
Ένα αγαθώτατο γεροντάκι, μόνο τη γριά του είχε. Ο γυιός του είχε σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο. Η κόρη του εργάτρια στην Αυστραλία.
Τόν έξερε τον γέροντα, δεν τού καλοστάθηκε η ιστορία του χωροφύλακα.
Τί να πεί όμως;
Έκλεισε τα τετράδια, πήρε το τόπι και ξεπόρτισε. Προς τον παιδικό παράδεισο.
Θα περνούσαν χρόνια για να περάσει την ιστορία από "κρισσάρα"...
19.10.09
(Ν)τροπολογίας το ανάγνωσμα πρόσχωμεν...
Πρόκειται για τις διαβόητες ...(ν)τροπολογίες, όπως πολύ εύστοχα αποκλήθηκαν. Σε νομοσχέδιο περί ΙΚΑ π.χ., έτσι "στα καλά καθούμενα" κολλάει την τελευταία στιγμή «τροπολογία» που λέει ότι ο Καθηγητής Παιδιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο πρέπει να είναι και ορθοπεδικός...[*]
Το έχουμε ξανακούσει αυτό από το ΠΑΣΟΚ. Ήταν στο πρόγραμμά του το 1981... Πολύ γρήγορα όμως αποδείχτηκε ότι οι "ανάγκες" των ...κλαδικάριων και η "ανάπτυξη" του πελατειακού κράτους ήταν πολύ ισχυρότερα κίνητρα από τις προεκλογικές "δεσμεύσεις"...
Ας ευχηθούμε ότι δεν θα επαναληφθεί το «φαινόμενο»...
Η ιστορία που ακολουθεί (πραγματική όπως και οι προηγούμενες) είναι ένα εξαιρετικό δείγμα ντροπολογίας, διότι αποσκοπούσε όχι στο βόλεμα του καταδεικνυόμενου, όπως του υποψήφιου καθηγητή πιό πάνω, αλλά στην ωφέλεια του ίδιου του βουλευτή που την υπόβαλε και "κανόνισε" να ψηφιστεί!
Είναι επίσης ένα εξαιρετικό δείγμα "εφαρμογής" του ρητού: «Φοβού τους ευεργετηθέντας, τύπτουσι πρώτοι».
ΠΩΣ ΧΟΡΗΓΗΘΗΚΕ ΜΙΑ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ
Ο Α.Β.Π., εργοδηγός στα δημόσια έργα, ήταν, επί Κατοχής, αντάρτης του ΕΔΕΣ, επικεφαλής ανεξάρτητου συντάγματος. Ένας από τους τέσσερις λοχαγούς του ήταν ο κοντοχωριανός του Δ.Ν.Ι., δάσκαλος.
Στις εκλογές του 1946 εκλέχτηκαν στην ίδια περιφέρεια και οι δύο βουλευτές με το "Εθνικό Κόμμα Ελλάδας" του στρατηγού Ν. Ζέρβα. Στις εκλογές όμως του 1950 το Ε.Κ.Ε. ήταν πεσμένο και προβλέπονταν να βγάλει εκεί μόνον έναν βουλευτή, που θα ήταν σίγουρα ο Α.Β.Π. Τότε ο Δ.Ν.Ι. έδειξε διάθεση να πάει σε άλλο κόμμα, που νόμιζε ότι θα είχε περισσότερες πιθανότητες να ξαναεκλεγεί.
Ο Α.Β.Π. τον συγκράτησε: «Δεν θα εγκαταλείψουμε τον στρατηγό» τού είπε. «'Αμα εκλεγώ εγώ και δεν εκλεγείς εσύ, θα παραιτηθώ για να πάρεις την έδρα». Έτσι ακριβώς και έγινε!
Εκλογές έγιναν πάλι μέσα σε ένα χρόνο, το 1951, και ξανά το 1952. Όμως το Ε.Κ.Ε., όπως και άλλα κόμματα είχε πλέον συγχωνευτεί στον «Συναγερμό» του στρ. Παπάγου, οπότε εκλέχτηκαν πάλι βουλευτές και οι δύο. Και ο Α.Β.Π. και ο Δ.Ν.Ι.
Αργότερα ο Α.Β.Π. αποχώρησε από τον «Συναγερμό» με τον Μαρκεζίνη, αρχηγό του «Κόμματος των Προοδευτικών», και δεν ξαναεκλέχτηκε βουλευτής (μέχρι το 1961). Όμως ο Δ.Ν.Ι. συνέχισε με την καραμανλική ΕΡΕ και έβγαινε συνέχεια βουλευτής.
Ο νόμος τότε για τις βουλευτικές συντάξεις πρόβλεπε ως προϋποθέσεις χορήγησης: Είτε να έχει κανείς θητεία 2 τετραετίες (7 χρόνια, 6 μήνες και 1 μέρα δηλαδή), είτε να έχει εκλεγεί 4 φορές.
Ο Α.Β.Π. δεν την δικαιούνταν διότι είχε εκλεγεί 3 φορές και η θητεία του αθροιστικά ήταν 7 χρόνια και 5 μήνες... Κι αυτά γιατί είχε παραιτηθεί υπέρ του Δ.Ν.Ι. το 1950...
Τά 'φερνε δύσκολα βόλτα με τέσσερα παιδιά, χωρίς ασφάλιση και χωρίς ουσιαστικό επάγγελμα, αφού το είχε εγκαταλείψει από το 1940 και μέχρι το 1956.
Επιπλέον είχε την ατυχία να του παρουσιαστεί πολύποδας, να του αφαιρεθεί ένα κομμάτι του λάρυγγα μαζί με τις φωνητικές χορδές, να μην μπορεί πιά να μιλήσει.
Το 1959 πήρε ειδοποίηση από τη Βουλή των Ελλήνων να υποβάλει τα χαρτιά του για να τού χορηγηθεί σύνταξη! Παραξενεύτηκε, αφού ήξερε ότι με τον ισχύοντα νόμο δεν την δικαιούνταν, το έψαξε και τότε βρήκε την ...ντροπολογία που ο Δ.Ν.Ι. είχε περάσει στη Βουλή.
Να τι πρόβλεπε αυτή:
Μπορεί να πάρει βουλευτής σύνταξη και σε 7 χρόνια, αν:
1. Έχει εκλεγεί 3 φορές.
2. Πάσχει από ασθένειαν, συνεπαγομένην βαρείαν αναπηρίαν...
Ως εκεί καλά, θα πείτε, ήταν ανταπόδοση του Δ.Ν.Ι. προς τον ευεργέτη του...
Άμ, δέ! Διότι παρακάτω έλεγε ότι την χάνει τη σύνταξη, που θα του χορηγηθεί με αυτήν την τροπλογία, αν ξαναβάλει υποψηφιότητα για βουλευτής!!!
Από την ίδια περιοχή και από όμοιο πολιτικό χώρο έπαιρναν και οι δύο ψήφους. Άμα δεν ξανάταν υποψήφιος ο Α.Β.Π., όλες τις ...ζερβικές ψήφους θα τις έπαιρνε ο Δ.Ν.Ι.
Μιλάμε για ντροπολογία του κερατά, δηλαδή...
ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Ο Α.Β.Π. την πήρε έτσι τη σύνταξη. Για κάπου ένα χρόνο μόνον όμως. Το 1961 δεν κώλωσε και ξαναέβαλε υποψήφιος, με το κόμμα των Προοδευτικών πάντα, και, χωρίς να μιλάει..., βγήκε πάλι βουλευτής. Οπότε, αργότερα, ξαναπήρε και τη σύνταξή του αλλά με τις κανονικές διατάξεις...
* * * * * * * *
[*] Πρόκειται για πραγματική περίπτωση στην προδικτατορική Βουλή επί (καραμανλικής) ΕΡΕ, προς εξυπηρέτηση ενός και μόνον ατόμου, όπως καταλαβαίνετε, του μοναδικού υποψήφιου καθηγητή που είχε και τις δύο ειδικότητες...
12.9.09
«Πόσω μάλλον...»
Είχε υποβάλει την μελέτη και τα σχέδια για ένα "πανωσήκωμα", δύο όροφοι ακόμα σε ένα ισόγειο σπίτι. Η άδεια όμως καθυστερούσε. Πήγε στην πολεοδομία να δει το γιατί, αφού δεν υπήρχε πολλή δουλειά τότε στην πόλη, δεν υπήρχε κάποιος φόρτος στην υπηρεσία.
Ο αρχιτέκτονας, ας τον πούμε Δημήτρη, έβγαλε τον φάκελλο με τα σχέδια και του λέει: Υπάρχει πρόβλημα με την κύρια σκάλα, Τιμολέων, την έχεις κάνει ελεύθερη, ανοιχτή. Πρέπει να κλείσει, να χτιστεί γύρω-γύρω.
- Γιατί βρέ Δημήτρη; Σε ποιά διάταξη το στηρίζεις αυτό; Όλες οι κατοικίες που έχουν ανοιχτές σκάλες εισόδου είναι παράνομες;
- Το λέει ο Γ.Ο.Κ.!
- Πού το λέει και δεν το είδα εγώ;
Ο Δημήτρης ανοίγει τον Γ.Ο.Κ. {Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό} αλλά ΠΡΟΣΠΕΡΝΑΕΙ το κεφάλαιο «Κύριαι Κλίμακες».
- Έ! Μην προχωράς, Δημήτρη. Πού γράφει εδώ ότι πρέπει να είναι κλειστές;
- Το λέει παρακάτω!
Ο Δημήτρης προχωράει στο κεφάλαιο «Δευτερεύουσαι Κλίμακες Υπηρεσίας» και διαβάζει κάποια παράγραφο.
- Αι δευτερεύουσαι κλίμακες (Υπηρεσίας) εις κτήρια 5 (πέντε) ορόφων και άνω κατασκευάζονται ως κλεισταί.
Και καταλήγει μέ στόμφο:
- Πόσω μάλλον!!!
- Τί «πόσω μάλλον»;;; ΔΕΝ είναι σκάλα υπηρεσίας, ΔΕΝ είναι πενταώροφο κτήριο. Μεταξύ δευτερευουσών και κυρίων κλιμάκων κάνεις διαίρεση δια ...δύο και φτιάχνεις δικιά σου διάταξη;;;
Αμετάπειστος ο δημόσιος υπάλληλος Δημήτρης. Είχε "κολλήσει" για τα καλά. Ούτε από το επιχείρημα, ότι τους νόμους τους κάνει (και τους ερμηνεύει) η Βουλή και όχι οι υπηρεσίες, κλονίστηκε.
Απελπίστηκε ο Τιμολέων. Παίρνει έναν κόκκινο στυλό και ένα χάρακα του Δημήτρη και, πάνω στο γραφείο του, τραβάει τρείς διπλές γραμμές στο σχέδιο γύρω από τη σκάλα (ως παράσταση δρομικού τοίχου).
- Ικανοποιήθηκες τώρα; Στατικά έτσι κι αλλοιώς δεν υπάρχει πρόβλημα, δεν χρειάζεται κάποια αλλαγή.
- Τώρα ναί, να σού την υπογράψω την άδεια!
Τη ...μικρή λεπτομέρεια ότι δεν σημειώνονταν πλέον καμμία είσοδος στο σπίτι, δεν την πρόσεξε ο προσεκτικός δημόσιος υπάλληλος Δημήτρης...
Ο τοίχος βέβαια γύρω από την σκάλα δεν χτίστηκε ποτέ. Ήταν μιά ωραία σκάλα, με ελεύθερα σκαλιά χωρίς "ρίχτι" που "φύτρωναν" από μιά κεντρική ελλειψοειδή κολώνα, ένα αρχιτεκτονικό στολίδι στην είσοδο του σπιτιού. Και δεν είναι παράβαση να χτίσεις λιγότερους τοίχους...
Ο Δημήτρης όμως κοιμόταν πλέον ήσυχος ότι είχε ...εφαρμόσει τον νόμο... υπογράφοντας άδεια με κλειστή σκάλα.
* * * * * * * * * *
19-10-09
Υ.Γ.-1
Το «πόσω μάλλον» ήξερα ότι γράφεται με "ω" αλλά το έβαλα αρχικά με "ο" ως πιο κατανοητό σήμερα... Τώρα το άλλαξα γιατί το είδα έτσι γραμμενο από κάποιον αρκετά νεώτερο από μένα.
Υ.Γ.-2
Σε κάποιο άλλο μπλογκ πάλι είδα την φράση: ΚΑΝΕΙΣ δημ. υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε ποτέ για ένα ΟΧΙ, που είπε σε πολίτη.
Η παραπάνω περίπτωση του κ. Δημήτρη θεωρώ ότι είναι "κλασσικό" παράδειγμα επ' αυτού. "Κλασσικό" παράδειγμα της «τίμιας» γραφειοκρατίας (διότι υπάρχει και εκείνη που ασκείται για να προκαλέσει δωροδοκία...) αλλά και του «εργαλείου» που χρησιμοποιείται για την απόσπαση «δώρου».
ΚΑΝΕΙΣ δημ. υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε ποτέ για ένα ΟΧΙ, διότι στο αδίκημα "παράβαση καθήκοντος" προβλέπεται ύπαρξη δόλου! Αν δεν υπάρχει δόλος, όπως στην περίπτωσή μας, αλλά απλώς στενοκεφαλιά ή βλακεία, ο υπάλληλος ΔΕΝ τιμωρείται.
16.7.09
Το "σύνδρομο Λαβάκου"
Και στην μικρή μας πόλη για αρκετό διάστημα, όταν κάποιος έλεγε αυταπόδεικτα ψέμματα ή υπερβολές, τον «καρφώναμε» με την ..."ιστορική" φράση: «Ξέρεις τί άλογο ήταν αυτό, κουμπάρε;»
Αργότερα όμως διαπίστωσα ότι το ..."σύνδρομο Λαβάκου" καταλαμβάνει πολλά άτομα, άσχετα από την μόρφωσή τους, και πολύ πιό συχνά από ότι μπορεί να πιθανολογήσει κανείς.
Ανακατασκευάζονταν ο δρόμος Ηγουμενίτσας-Μούρτου από δυό νεαρούς, τότε, εργολάβους. Σε μιά περιοχή, δίπλα στο εργοτάξιο που είχαν στήσει, είχε το χειμωνιάτικο κονάκι του ένας νομάς βλάχος, ο Λαβάκος. Εκεί ξεχειμώνιαζε κάθε χρόνο με την οικογένεια και το κοπάδι των προβάτων του. Το καλοκαίρι ανέβαινε στο Γράμμο.
Οι εργολάβοι του ζήτησαν να φέρνει κάθε μέρα γάλα για το κολατσιό του προσωπικού.
Με τον καιρό γνωρίστηκαν και ο ένας μάλιστα, ο Νικηφόρος, του βάφτισε κι ένα εγγόνι, έγιναν κουμπάροι.
Κάποια στιγμή όμως έγινε ένα ατύχημα: Ένα άλογο του Λαβάκου τρόμαξε από διερχόμενο φορτηγό των εργολάβων, αφηνίασε και γκρεμοτσακίστηκε. Γέρικο ήταν αλλά το πλήγμα ήταν μεγάλο για τον φτωχό βλάχο.
Δηλώθηκε ως ατύχημα στην Ασφαλιστική Εταιρεία (οι τράπεζες τις είχαν τότε) για να πάρει αποζημίωση.
Ο διευθυντής της Τράπεζας/ασφαλιστικού πρακτορείου κάλεσε το Λαβάκο για διευκρινίσεις και εκτίμηση του ύψους της αποζημίωσης.
Ο Νικηφόρος, ο κουμπάρος του, τον δασκάλεψε πιό πριν: Όσο θα φτιάχνει τα χαρτιά, θα τού λές συνέχεια «Ξέρ'ς τί άλουγου ήταν αυτό, κ. Διευθυντά; Του φόρτουνα ώς το θεό! Ούλις τ'ς δ'λιές μ' αυτό τ'ς έκανα!
Εννιά χιλιάδες {*} τού 'χα αγοράσ' στου Λάμπουβου{**}»
Το κόλπο έπιασε και ο διευθυντής έκανε τα χαρτιά για το τότε μέγιστο της αποζημίωσης για άλογο: Οχτώ χιλιάδες δραχμές. Έφυγε κατευχαριστημένος ο βλάχος. Θα ήταν ικανοποιημένος και με τα μισά...
Όμως οι διαδικασίες αποζημίωσης τότε ήταν πολύ αργές. Να πάνε Αθήνα τα χαρτιά, να περάσουν από επιτροπές, να επιστρέψει η έγκριση στο πρακτορείο.
Όποτε πήγαινε στην Ηγουμενίτσα για ψώνια ο Λαβάκος, περνούσε κι απ' την Τράπεζα, για να μάθει πότε θα πάρει τα λεφτά. Και για να ζορίσει τον διευθυντή επαναλάμβανε:
«Ξέρ'ς τί άλουγου ήταν αυτό, κ. Διευθυντά; Μού κόπ'καν τα χέρια...»
Πέρασαν τρείς-τέσσερις μήνες δεν είχε έρθει η αποζημίωση.
Μιά μέρα πήγε στο εργοτάξιο ο Λαβάκος να πιέσει κάπως τα πράμματα.
- Ωρέ κουμπάρι Νικηφόρε, τί θα γίν' μι κείν' τ'ν Τράπεζα;;;
- Έ! ξέρεις κουμπάρε... σού 'χα πεί... αργούν αυτά. Υπομονή. Θα πάρεις τόσα λεφτά στο τέλος όμως...
- Ξέρ'ς τί άλουγου ήταν αυτό, ωρέ κουμπάρι;
Εννιά χιλιάδες τού 'χα αγοράσ' στου Λάμπουβου!!!
...Κόκκαλο ο Νικηφόρος.
Tο "δίδαγμα" από αυτήν την ιστορία είναι προφανές...
Μην λέτε συνέχεια ένα ψέμμα. Μπορεί να το πιστέψετε κι οι ίδιοι!
----------------
{*} Δραχμές. Πολλά λεφτά τότε... ισοδυναμούσε με ~10 μισθούς υπαλλήλου.
{**} Λάμποβο: Ιστορική μεγάλη εμποροζωοπανήγυρη της Παραμυθιάς.
.
18.10.08
Τα ...μπακακάκια
Αυτό το ενιαίο Γυμνάσιο άρχιζε όμως από την «3η» τάξη και "μετρούσε" ώς την 8η. Νομίζω ότι αυτή η παραδοξότητα ήταν κατάλοιπο του προπολεμικού διαχωρισμού της Γενικής Παιδείας που περιείχε και το "Σχολαρχείο".
Τα Γυμνάσια τότε ήταν αυστηρά ...φυλετικά. Για αποφυγή προφανώς πρώϊμων ερώτων (κούνια που τους κούναγε...) ήταν αυστηρά ξεχωρισμένα σε «αρρένων» και «θηλέων».
Η Ζωσιμαία Σχολή στην οποία φοιτούσα κι εγώ, ήταν αποκλειστικά ...αρσενικό γυμνάσιο. Μπήκαμε, με εξετάσεις, το 1951, κάπου ογδόντα παιδιά, αποφοιτήσαμε το 1957 καμμιά εξηνταριά.
Τα μαθήματα γίνονταν σε ένα παμπάλαιο κτίριο. Δάσος οι ξύλινες κολώνες, τα μπουντέλια, στο διάδρομο προς αποφυγή κατάρρευσης.
Ήταν το παλιό "Ρουμανικό" Γυμνάσιο κατασκευασμένο για καμμιά διακοσαριά παιδιά. Εκεί μάς στιβάζανε κάθε μέρα κάπου τετρακόσιες ψυχές.
Πάλι καλά... Είμαστε, λέει, και "Πρότυπο" Γυμνάσιο.... Στο «Αρρένων» στιβάζανε σχεδόν τα διπλά παιδιά, σε ίδιο, αν μή χειρότερο κτίριο.
Στις δυό τελευταίες τάξεις της Ζωσιμαίας δημιουργούνταν τότε δύο τμήματα: Το "κλασσικό" {περισσότερα αρχαία ελληνικά, λατινικά κλπ} και το "πρακτικό" {περισσότερα μαθηματικά, φυσικοχημεία κλπ}
Μαθήματα είχαμε και το Σάββατο, που όμως συνήθως δεν είχε πάνω από 5 ώρες.
Ο θεολόγος καθηγητής της Ζωσιμαίας Σχολής στα Γιάννενα, στο 2ο εξάμηνο, το 1955, κάπου βρήκε μιά κάποια "εγκύκλιο" και έπεισε το σύλλογο των καθηγητών και τον γυμνασιάρχη να προστεθεί στο βδομαδιάτικο πρόγραμμα της 7ης του "πρακτικού" μιά ακόμα ώρα θρησκευτικών.
Και επειδή δεν μπορούσαν να "κόψουν" κάποια άλλη ώρα άλλου μαθήματος, την πρόσθεσαν ως 6η ώρα σαββατιάτικα.
Τα παιδιά ξεσηκώθηκαν αλλά απεργίες, αποχές και ...καταλήψεις ήταν αδιανόητες τότε. Ούτε κάν ως όρους δεν τους ξέραμε...
Και νά τί έκαναν τα πιό ζωηρά από αυτά: Αγόρασαν μικρά μεταλλικά "μπακακάκια" {δεν ξέρω αν τα βρίσκει κανείς ακόμα} που άμα τα πατούσες έκαναν ένα αρκετά δυνατό μπάκ-μπάκ, σαν βατραχάκια περίπου.
Αποκριάτικο είδος ήτανε, στην εποχή του...
Μόλις άρχισε να εφαρμόζεται το νέο πρόγραμμα και μπήκε ο θεολόγος για την σαββατιανή ώρα του, τα παιδιά με τα "μπακακάκια" όντας σκορπισμένα σε διάφορα σημεία της αίθουσας (μιλάμε για μεγάλες αίθουσες που έπαιρναν 40-50 παιδιά και καμμιά φορά 70-80...}, μόλις έστριβε το βλέμμα του ο καθηγητής άρχιζαν το μπάκ-μπάκ.
Πήγαινε προς μιά πλευρά ο θεολόγος, άρχιζαν από την άλλη. Και όλα τα υπόλοιπα φυσικά ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Πανδαιμόνιο και μάθημα μηδέν βέβαια...
Πήγαινε να ψάξει κάποιο παιδί αλλά ώσπου να το πλησιάσει, το παιδί είχε πασσάρει το "μπακακάκι" παραδίπλα, μικρούλια ήτανε.
Παραιτήθηκε από την ατομική προσπάθεια ο θεολόγος και κατάφυγε στο σύλλογο των καθηγητών.
Αποφάσισαν να ψάξουν όλα τα παιδιά της τάξης το πρωί του επόμενου Σάββατου, πριν μπούν τα παιδιά στην αίθουσα, όταν ήταν ακόμα στη γραμμή στην αυλή {συντεταγμένοι μπαίναμε τότε στην αίθουσα}.
Μπήκαν όλα τα άλλα τμήματα στις τάξεις για μάθημα και κράτησαν έξω την 7η Πρακτικού για σωματική έρευνα.
Ο Γυμνασιάρχης, ο Θεολόγος κι ο Γυμναστής και τα παιδιά "εφ' ενός ζυγού"...
Όταν άρχισαν να ψάχνουν τους πρώτους οι τελευταίοι στη σειρά "μπακακιστές" ...κελαηδούσαν.
Οι άλλοι χαχάνιζαν κι οι καθηγητές, που έψαχναν ενδελεχώς αλλά δεν έβρισκαν τίποτε, έννοιωθαν την αδρεναλίνη τους να εκτοξεύεται...
Όταν είχαν ψάξει τους μισούς περίπου, σταμάτησαν τα μπάκ-μπάκ από την ουρά. Οι καθηγητές αναθάρρησαν, νόμισαν ότι πλησίαζαν στο εντοπισμό των "ταραξιών".
Κούνια που τους κούναγε!
Όταν είχαν ψάξει κάπου τα δύο τρίτα και λίγοι έμεναν πιά, άρχισαν να ...κελαηδούν τα "μπακακάκια" από τον εσμό των παιδιών που είχαν ψάξει...
Έ! αυτό ήταν!
«Τρελλάθηκαν», παράτησαν το ψάξιμο.
Κι ο θεολόγος εγκατάλειψε την ιδέα για πρόσθετη ώρα σαββατιάτικα στην 7η Πρακτικού...
Πώς έγινε το «θαύμα»;;;
Δεν έκαναν καμμιά ...ταχυδακτυλουργία.
Οι "ταραξίες" είχαν βάλει τα "μπακακάκια" μέσα στα παπούτσια τους, κάτω από τη φτέρνα.
Τους έψαχναν τις τσέπες, τα ρούχα, τις τσάντες αλλά δεν τους έβγαζαν και τα παπούτσια...
Ήταν δύσκολο άλλωστε να γίνει κάτι τέτοιο σε χωματένια αυλή, Μάρτη μήνα.
Tο "δίδαγμα" από αυτήν την ιστορία;;;
Οι στοχευμένες αντιδράσεις φέρνουν αποτέλεσμα.
Οι άλλες είναι ...«άει σιαπέρα», όσο "δυναμικές" κι αν είναι.
Σ.Σ.
Είναι το πρωτόλειο. Θα ξαναγραφεί σε άλλο ύφος κάποτε...
12-9-09
Θα ήθελα πάντως να σημειώσω εδώ πόσο "προφητικό" πρόκυψε το «δίδαγμα» αυτής της ιστορίας, αναλογιζόμενος, με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, τα αποτελέσματα που έφερε η βίαια μαθητική αντίδραση μετά την δολοφονία νεαρού από αστυνομικό. Αν εξαιρέσεις την αλλαγή του υπουργού, διότι, όπως και να το δει κανείς, ο κ. Σπηλιωτόπουλος είχε -μακράν...- καλλίτερη θητεία από τον κ. Στυλιανίδη, ο οποίος υπερέβη κάθε φραγμό θρασύτητας και γελοιότητας, όλες οι δυναμικές, επί πολλές μέρες, συνεχείς διαδηλώσεις, τις οποίες μάλιστα κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν για να καταστρέψουν το κέντρο της Αθήνας τον Δεκέμβριο, δεν είχαν άλλο αποτέλεσμα.
Και πως να είχαν, αφού στερούνταν καθαρού στόχου;;;


